Γιαγιάδες no.3

Συλλογή και προβολή εργόχειρων και εξιστορήσεων από τα μέσα του 20ου αιώνα, από γιαγιάδες που ζουν σε χωριά της Ηπείρου. Παρακάτω είναι κείμενα από τις εξιστορήσεις τους. Είναι μαγικό όταν αρχίσουν να διηγούνται, και έχουν τόσα πολλά να πουν. Ιστορίες ολόκληρες! Τόσο περίεργες και μακρινές από τις δικές μου... Ζωή Λέγομαι Αθηνά Κλείτσα και είμαι 74 χρονών. Είμαι αγρότισσα αλλά το ’70 πήγα στην Γερμανία και δούλεψα σε εργοστάσιο με παπλώματα και κουβέρτες. Ήμουν η πιο γρήγορη στη δουλειά. Στο χωριό οι νέες μαθαίναμε η μία από την άλλη να φτιάχνουμε ραφτά. Τότε έφτιαξα την προίκα μου μόνη μου: τέσσερις βελέντζες, πέντε κιλίμια και ένα πάπλωμα αγορασμένο από τα Γιάννινα. Πήγα σε γάμο με προξενιό. Έκανα δύο παιδιά ένα αγόρι κι ένα κορίτσι και τα ονομάσαμε Κωνσταντίνο και Κωνσταντίνα, αυτός πυροσβέστης αυτή έμαθε μοδίστρα. Ο άντρας μου ο Ηλίας πέθανε πριν δύο χρόνια. Τώρα κρατάω εγώ το σπίτι και το αμπέλι, αλλά αυτός ήξερε πώς να βγάζει το κρασί και το τσίπουρο. Εγώ του φώναζα πολύ αλλά ήταν καλός, έκανε όλες τις δουλειές. Τώρα έχουν πεθάνει όλοι εδώ για να πουν τι κάναμε στα χρόνια μας. Παρακάτω είναι μια συγχωριανή, έχουμε και τον ψωμά και τον μανάβη που μας φέρνουν τα πράγματα μέχρι το σπίτι. Πήγα μέχρι την πρώτη δημοτικού. Η μικρότερη αδερφή μου το έβγαλε όλο, η Κίτσα. Δουλεύαμε στα χωράφια εγώ με την μάνα μου και την μεγαλύτερη αδερφή μου τη Γαλατία. Έχω πολλά χρόνια να φτιάξω κιλίμια, μόνο τα παντελόνια του παππού μπάλωνα και τις ρόμπες μου. Το σώμα μου και τα χέρια καταπονήθηκαν από τις δουλειές, ήταν βαριές αυτές οι δουλειές. Τότε φτιάχναμε όμορφα πράγματα. Τώρα δε μπορώ να περπατήσω καλά, εγχειρισμένη είμαι, αυτή είναι η ζωή μου. στο γάμο της Αθηνάς Πείνα με τον Ηλία Κλείτσα, Λιγοψά 1958 Έργο Τα κάναμε όλα μόνες μας. Στην αρχή κουρεύαμε τα πρόβατα. Παίρναμε το μαλλί και ανάβαμε φωτιές για να το βράσουμε και να ξεμυρίσει. Μετά το πλέναμε στον λάκκο με τα νερά και το κοπανάγαμε πάνω στις πέτρες με τον κόπανο, κατόπιν το γρέναμε δηλαδή βγάζαμε τις ακαθαρσίες που είχε μέσα το μαλλί και το βάζαμε στα αλανάρια, έπεφτε όλη η σκόνη και γινόταν σαν μετάξι και το μαζεύαμε σε τλούπες. Στη ρόκα το γνέθαμε με το αδράχτι και γινόταν νήμα. Κατόπιν το παίρναμε το νήμα και το κάναμε κουλούρες για να βαφτεί. Είχαμε πολλών λογιών βαφές που τις αγοράζαμε από τα Γιάννενα, από τον Εξάρχου, αυτός είχε πολλές. Φτάναμε στα Γιάννενα με τα γαϊδούρια. Όταν είχαμε λεφτά μέναμε σε χάνι, αλλιώς ξεκινούσαμε ξημερώματα και φτάναμε βράδυ πίσω. Τις παίρναμε τις βαφές και τις βάζαμε σε καζάνι μαζί με τις κουλούρες. Εκεί τις αφήναμε μέχρι να βράσουν και μετά τις απλώναμε στον ήλιο μέχρι να στεγνώσουν, μια-δυο ώρες. Αυτό είναι κιλίμι που το’ φτιαξα στον αργαλιό. Μπαχτό που έμπαινε πάνω στα μπάσια, τα κρεβάτια με σανίδα. Τα στρώναμε για ομορφιά. Αυτό εδώ έχει πολλών σοϊών σειρές, είναι από την προίκα μου. Λέγαμε όλες μαζί τι χρώματα θα φτιάξουμε και μετά έπαιρνε η καθεμιά κι έφτιαχνε το δικό της. Με σπάγγο χοντρό γίνονταν τα μπαχτά. Αυτού κομπόδεσα τα βαμβάκια στις άκρες για να μην ξηλωθεί. Ο αργαλιός βγάζει ένα φύλλο τη φορά. Έφτιαξα δύο φύλλα ίδια, τα ‘σμιξα και τα ‘ραψα για να γίνει μεγάλο. Οι κοπέλες του χωριού που μάθαιναν υφαντική, 1955 Το κείμενο δημιουργήθηκε από προτάσεις που ειπώθηκαν στη προσωπική συνομιλία με την Αθηνά Κλείτσα στο χωριό Λιγοψά της Ηπείρου στις 19-04-2009 και από τηλεφωνικές συνομιλίες μαζί της στις 28-6, 4 και 5-7 2009.

No comments:

Post a Comment