Τύποι καλλιτεχνικών επιτυχιών (νο.1): Η βραχύβια επιτυχία του "Papillon"



Μια μεγάλη αλλά βραχύβια λογοτεχνική επιτυχία στις αρχές του ’70. Γιατί έγινε διάσημο το βιβλίο την εποχή που εκδόθηκε και ποιοι είναι οι λόγοι που το έφεραν στην αφάνεια. Πώς επηρέασε την επιτυχία του η επιστημονική και η δημοσιογραφική έρευνα και οι λόγοι που ένα άλλο βιβλίο εκείνης της εποχής όμοιου είδους έγινε διαχρονικό ανάγνωσμα.

O Papillon ήταν καταδικασμένος ισόβια για ανθρωποκτονία μιας γαλλίδας πόρνης. Ο ίδιος δεν είχε δηλώσει ποτέ ένοχος. Εξορίστηκε για φυλακή και καταναγκαστικά έργα στην Γαλλική Γουιάνα. Μέσα στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του ο Charrière περιγράφει τις προσπάθειες απόδρασης που έκανε μαζί με φίλους που γνώρισε μέσα στις φυλακές, κάποιοι από τους οποίους βρήκαν τραγικό θάνατο στις περιπέτειές τους. Το βιβλίο έγινε best-seller στη Γαλλία όταν πρωτοκυκλοφόρησε το 1969 και ακολούθησαν μεταφράσεις του. Τρία χρόνια αργότερα γυρίστηκε σε ταινία με χολιγουντιανή παραγωγή, κερδίζοντας μεταξύ άλλων ένα Oscar και μια Χρυσή Σφαίρα. Ωστόσο σήμερα το βιβλίο και η ταινία του Papillon είναι ξεχασμένα. Δε θα μπορούσα να φανταστώ ότι το βιβλίο που βρήκα για 50 cents στη μικρή βιβλιοθήκη του βαυαρικού χωριού είχε πίσω του τέτοια ένδοξη ιστορία.

α1. Η περίπτωση Papillon
Στο βιβλίο σκιαγραφούνται τύποι και κώδικες συμπεριφοράς από έναν κόσμο που παρόλο που δεν τον έχω ζήσει, μου είναι αρκετά οικείος από διηγήσεις που έχω ακούσει από φίλους μου μετανάστες. Μάλιστα ταύτισα την προσπάθεια του Papillon να δραπετεύσει προς την ελευθερία, μακριά από μια τιμωρία που άδικα του είχε επιβληθεί, με τον αγώνα των λαθρομεταναστών για μια καλύτερη ζωή. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που η ιστορία του Charrière φαίνεται λιγότερο εξωτική σήμερα. Οι «μαύροι με τα cd» που έφτασαν στα Ιωάννινα στις αρχές του 2000 από την φυλή «Ebo» της Νιγηρίας, έχουν να διηγηθούν πολλές σκληρές ιστορίες για τον παράνομο αγώνα τους προς ένα δημοκρατικό κράτος. Ωστόσο στα μέσα του 20ου αιώνα οι ταξικές διακρίσεις στο επίπεδο των κοινωνικών σχέσεων δεν ευνοούσαν τέτοιες εξομολογήσεις σε πρώτο πρόσωπο.

α2. Ποιοι άλλοι, εκτός από το κοινό, ενδιαφέρονται για μια αυτοβιογραφία
Για τους σύγχρονους επιστήμονες οι αυτοβιογραφίες είναι πηγή τεκμηρίων ιστοριογραφικών, ειδησεογραφικών, ανθρωπολογικών κ.ο.κ. Κάθε επιστήμη δύναται να αντλήσει τις πληροφορίες που την ενδιέφεραν και να τις εντάξει στο δικό της γνωστικό πεδίο.

Στη περίπτωση του Charrière έπρεπε πρώτα να επιβεβαιωθεί η γνησιότητα των διηγήσεών του. Υπήρχαν διάφορα στοιχεία που έδειχναν ότι δεν ήταν ακριβείς οι περιγραφές του (Times, 2005). Αν και αυτό λίγο απασχολούσε τον κόσμο την εποχή που το βιβλίο ήταν best-seller, μέσα στα επόμενα χρόνια το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε εκεί. Σε αναζήτηση της αλήθειας, ένας γάλλος δημοσιογράφος ισχυρίστηκε το 2005 ότι βρήκε τον πραγματικό Papillon σε ηλικία 104 ετών (Mail&Guardian, 2005).

Η ιστορία του Papillon αναζωπυρώθηκε εκείνη την χρονιά γιατί το όνομά του εμφανίστηκε στη λίστα ψηφοφόρων της Βενεζουέλας, αν και ο ίδιος είχε πεθάνει 32 χρόνια πριν (Times, 2005). Έτσι οι δημοσιογραφικές έρευνες για αυτόν τον άνθρωπο που μπορεί να ήταν αλλά μπορεί και να μην ήταν δολοφόνος και μπορεί να έζησε ή και να σφετερίστηκε την αυτοβιογραφία του, πήρε πολιτικές διαστάσεις με ερωτήματα για την αξιοπιστία του εκλογικού συστήματος της δημοκρατίας της Βενεζουέλας.

α3. Γιατί ο Papillon σταμάτησε να ενδιαφέρει
Το βιβλίο δεν αποτελούσε πλέον γνήσιο τεκμήριο κι έτσι οι επιστήμονες έχασαν το ενδιαφέρον τους σε αυτό. Λογοτεχνικά δεν είναι ιδιαίτερα προσεγμένο αν και έχει ζωηρούς διαλόγους και ενδιαφέρουσα δράση. Αυτό που πρέπει να εντυπωσίασε είναι ότι συγγραφέας του βιβλίου ήταν ένας πρώην βαρυποινίτης και δεν υπήρχαν πολλές ευκαιρίες να μάθει κανείς για αληθινές αποδράσεις από πρώτο χέρι.

Η αυτοβιογραφία δημιουργεί την εντύπωση ότι παρακολουθείς τη ζωή του ανθρώπου για τον οποίο διαβάζεις μέσα από μια κλειδαρότρυπα. Ο κόσμος δείχνει μεγαλύτερο και πιο μακροχρόνιο ενδιαφέρον για τις ζωές διάσημων ενώ το ενδιαφέρον για την ζωή ενός άσημου κρατάει συνήθως μέχρι τη στιγμή που θα εμφανιστεί μια νέα κλειδαρότρυπα.

Το είδος αυτό της αυτοβιογραφίας, τα προσωπικά ημερολόγια, δημοσιεύονται επίσης στο διαδίκτυο και αριθμούν εκατομμύρια χρηστών που μέσω προσωπικών σελίδων (blogs, homepages) μπορούν να κατακτήσουν τη διασημότητα χωρίς να χρειάζονται τη χρηματοδότηση και διανομή των εκδοτικών εταιρειών και επομένως χωρίς να περιορίζονται από τον αξιολογικό τους έλεγχο. Λειτουργώντας σαν αυτοβιογραφικοί πίνακες προσωπικών στοιχείων, οι διαδικτυακές σελίδες ικανοποιούν μεταξύ άλλων την ηδονοβλεπτική περιέργεια των ανθρώπων για την ζωή των άλλων και ταυτόχρονα την ανάγκη για αυτοπροβολή και δημοσιότητα.


α4. Το ημερολόγιο ενός μικρού κοριτσιού 



Φαίνεται μάλλον ότι ο Papillon θα μείνει ξεχασμένος για πάντα, αν ποτέ υπήρξε Papillon όπως τον γνωρίσαμε μέσα από το ομώνυμο βιβλίο του. Προς έκπληξη αυτής της έκβασης, η Άννα Φρανκ, ένα άγνωστο κορίτσι 13 χρονών που έγραφε για την καθημερινότητά της τον καιρό που ο Charrière σχεδίαζε τις αποδράσεις του (1942), βρίσκεται πάνω από μισό αιώνα στη λίστα με τα παγκόσμια best sellers.
Γιατί όμως το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ είναι γνωστό μέχρι σήμερα ενώ η αυτοβιογραφία του Papillon έχει ξεχαστεί; Έχει σημασία το ότι πρόκειται για ένα γνήσιο ντοκουμέντο του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου που διασώθηκε με την αμεσότητα ενός παιδικού ημερολογίου. Η ιστορία του Charrière αν και χρονολογείται στη διάρκεια του μεσοπολέμου, θα μπορούσε να διαδραματιστεί οπουδήποτε και οποτεδήποτε και αυτό την κάνει λιγότερο μοναδική. Εκτός αυτού το βιβλίο του Charrière έφτασε στο αναγνωστικό κοινό σαν λογοτεχνικό κείμενο, με την πρόθεση δηλαδή να διαβαστεί. Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ δεν ήταν ένα λογοτεχνικό έργο αλλά ένα πραγματικό ημερολόγιο που αποτυπώνει τις σκέψεις και τη ζωή ενός παιδιού στον μεγαλύτερο και τελευταίο μέχρι στιγμής παγκόσμιο πόλεμο κι αυτό δίνει μια ακαταμάχητη αίσθηση «παρατήρησης από την κλειδαρότρυπα» στους αναγνώστες του.

H Άννα Φρανκ όμως έχει ένα ακόμα πλεονέκτημα έναντι του Papillon. Το ότι δε ζούσε όταν πλέον εκδόθηκε το ημερολόγιό της παίζει και αυτό τον ρόλο του στην μακρόχρονη επιτυχία της. Ο Umberto Eco πραγματεύεται το ζήτημα του σεβασμού του παρελθόντος και των αποθανόντων με έναν κριτικό τρόπο στο κεφάλαιο «Το παρελθόν που εκβιάζει», όπου η χαρισματική αξία του χρόνου αθωώνει κι εξυψώνει ό,τι έχει παρέλθει. Γιατί αν η Άννα Φρανκ ζούσε είναι πολύ πιθανόν να αναγκαζόταν να δώσει απολογητικές εξηγήσεις για τα τμήματα του ημερολογίου της που μένουν αδημοσίευτα μέχρι σήμερα –και που ο κίτρινος τύπος θα έψαχνε με περισσό ζήλο-, όπως για την σκληρή κριτική που έκανε για τον γάμο των γονιών της και τους τσακωμούς της οικογένειας. Αυτό ίσως ανέβαζε τη δημοτικότητά της για ένα διάστημα, αλλά είναι αμφίβολο αν θα άντεχε τελικά στον χρόνο.

No comments:

Post a Comment